Το σιωπηλο τραγουδι

Ιούλιος 2016. Είμαι στο χωρίο. Κάθομαι στη βεράντα του σπιτιού μας με τον πατέρα μου και τη Δ. Γυρίσαμε από τη θάλασσα πριν από λίγο. Τα τζιτζίκια χαλάνε τον κόσμο. Το φως του μεσημεριού με τυφλώνει.

Κάθομαι μπροστά από τον υπολογιστή και γράφω τις σκέψεις μου για την Άρτεμη, για το τραγικό ατύχημα που μόλις έχει συμβεί στις Άλπεις. Κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα και χάνομαι στα Μικρασιατικά παράλια απέναντι. Το Φιστίκι τρίβεται και χουρχουρίζει στα πόδια μου. Από την κουζίνα ακούγονται ήχοι από πιάτα και μαχαιροπίρουνα που χτυπάνε καθώς η μητέρα μου ετοιμάζεται να σερβίρει μεσημεριανό. Ο πατέρας μου μιλάει ασταμάτητα όπως συνηθίζει αλλά εγώ δεν τον ακούω – όπως συνηθίζω. Έχει πιάσει μονότερμα τη Δ και της έχει κάνει τα αυτιά «σα λαγάνες». Την έχει βαμμένη η Δ… Όταν ο πατέρας μου βρίσκει «θύμα» για κουβέντα μπορεί να μιλάει για ώρες.

Όλο αυτό το σκηνικό είναι εντελώς γνώριμο. Είναι η ζωή μου, τα καλοκαίρια μου, πριν τη Δ. Λίγο καιρό αφότου με γνώρισε, η Δ μου είχε πει ότι η οικογένεια μου ήταν η πιο macho οικογένεια που είχε δει ποτέ. Μου είχε φανεί περίεργο τότε. Δεν είχε περάσει από το μυαλό μου προηγουμένως. Αυτό που εννοούσε ήταν ότι σαν οικογένεια δεν εκφράζαμε ποτέ ανοιχτά τα συναισθήματα μας και δη αυτά όπως η τρυφερότητα και η αγάπη που εκθέτουν την ευάλωτη πλευρά του εαυτού μας. Ήταν αληθινή διαπίστωση. Δε μπορώ να ανακαλέσω πότε μας είπε τρυφερά λόγια ο πατέρας μου για τελευταία φορά. Πότε μας είπε ότι μας αγαπάει με αυτές ακριβώς τις λέξεις. Αλλά και εγώ από την μεριά μου είμαι ένοχος της ίδιας αποχής. Αν και έχω προσπαθήσει πολλές φορές να πω στους γονείς μου ότι τους αγαπάω, ότι τους είμαι ευγνώμων για αυτά που έχουν κάνει για μένα, για αυτά που μου έμαθαν και αυτά που μου προσέφεραν, ποτέ δε τα έχω καταφέρει. Όχι γιατί δεν νιώθω αγάπη ή ευγνωμοσύνη αλλά γιατί μοιάζει άβολο και ανόητο να εκφράσω με λέξεις αυτά τα συναισθήματα. “We don’t say this kind of shit in my family…” Η όπως θα έλεγε ο πατέρας μου. «Ποιο το νόημα να τα πεις με λέξεις όταν μιλάνε οι πράξεις; Είναι αυτονόητα όλα αυτά».

Τελικά όμως, κάποιες στιγμές ίσως και να μην είναι τόσο αυτονόητα.

Πίσω στη βεράντα μας στη Χίο. Όλο αυτό το σκηνικό έχει μια πολύ γνώριμη χροιά. Είναι η παιδική μου ηλικία σε μία πράξη. Όταν η μητέρα μου είναι χαρούμενη βγάζει μια ανιδιοτελή φροντίδα που ισορροπεί στα όρια του υπερβολικού. Μαγειρεύει τεράστιες ποσότητες διαφορετικών φαγητών και γεμίζει πιάτα βουνά. Η απάντηση σε διαμαρτυρίες τύπου «τι κάνεις ρε μάνα;!» είναι  «εγώ βάζω πολύ και εσύ φάε όσο θέλεις». Από την άλλη, όταν ο πατέρας μου είναι χαρούμενος μιλάει ακατάπαυστα. Για πολιτική, για ιστορία, για τις τομάτες στο μποστάνι, για τα μαστίχια, για οτιδήποτε… Μερικές φορές συμμετέχω σε αυτές τις συζητήσεις, πιο συχνά επιλέγω να απέχω και σχεδόν πάντα καταλήγουμε να τσακωνόμαστε. Η μάλλον εγώ καταλήγω να τσακώνομαι και αυτός να γελάει και να γυρνάει προς τη Δ λέγοντας ότι «ο Γιώργης νευριάζει όταν του τα λέω αυτά».

Έχουν λόγο να είναι χαρούμενοι οι γονείς μου. Κατ’ αρχήν μετά από χρόνια απουσίας έχουμε επιλέξει με τη Δ να περάσουμε τη μοναδική εβδομάδα των διακοπών μας στη Χίο. Μαζί τους. Η πρόσκληση ήταν ανοιχτή εδώ και χρόνια αλλά για μένα και τη Δ «το κάλεσμα του άγνωστου» πάντα υπερνικούσε του καλέσματος των ριζών. Από τότε που ο πατέρας μου ολοκλήρωσε το σπίτι στη Χίο ανάθεμα αν έχουμε περάσει συνολικά ένα μήνα εκεί. Τους έχουμε λείψει. Τώρα είμαστε εκεί και είναι χαρούμενοι που μας έχουν κοντά τους. Αυτή η υπερβολική φλυαρία, αυτή η υπερβολική φροντίδα είναι ο τρόπος τους να το εκφράσουν. Βέβαια πολύ σύντομα, μόλις φύγουμε, θα το ξεχάσουν και θα μας ρωτάνε και πάλι «ποτέ θα έρθουμε στη Χίο».  Όμως για την ώρα είναι ικανοποιημένοι. Και πολύ χαρούμενοι.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που οι γονείς μου είναι χαρούμενοι. Με τη Δ έχουμε πριν λίγο επιστρέψει από ένα ταξίδι που κάνει τα προηγούμενα να ωχριούν μπροστά του. Ένα ταξίδι πιο τρομαχτικό και δύσκολο, πιο απρόβλεπτο και πιο αγχωτικό από οτιδήποτε έχουμε επιχειρήσει μέχρι τώρα. Τα απόνερά του αυτού του ταξιδιού έχουν φτάσει μέχρι και την τη κάμαρα των γονιών μου στη Χίο. Εκεί όπου πρόσφατα εκτυπωμένες φωτογραφίες ενός μωρού κρέμονται από τους τοίχους. Πρόκειται για ένα μωρό με δέρμα στο χρώμα της μόκας και σπινθηροβόλο βλέμμα…

Το μωρό αυτό στο μέλλον θα μοιραστεί το ίδιο ονοματεπώνυμο με τον πατέρα μου αν και  αυτή τη στιγμή στη βεράντα μας στη Χιο κανείς δεν το ξέρει. Για την ώρα έχει ένα άλλο όνομα που ξεκινάει και αυτό από Μ. Το μωρό αυτό είναι ο υποψήφιος γιός μας. Για τους γονείς μου είναι ήδη το αδιαμφησβήτητο εγγόνι τους. Τον γνωρίσαμε πριν λίγες ημέρες σε ένα ορφανοτροφείο στην Αντίς Αμπάμπα και έπειτα γυρίσαμε φέρνοντας πίσω τα μαντάτα της ύπαρξής του και ένα τόνο φωτογραφίες. Και μαζί φέραμε μια τεράστια αγωνία και ένα διαρκές βάρος. Για εμάς αυτές οι μέρες στη Χίο οριοθετούν τις τελευταίες χαλαρές στιγμές πριν τη αρχή ενός πολύμηνου σιωπηλού αγώνα απέναντι σε Έλληνες ρατσιστές δημοσίους λειτουργούς και Αιθίοπες διεφθαρμένους γραφειοκράτες.

Για τους γονείς μου είναι μια γιορτή, ένας προάγγελος των χαρών που έρχονται παρέα με τον εγγόνο τους.

* * *

Μάιος 2017. Μόλις έχω φτάσει στο νοσοκομείο μέσα στη νύχτα. Το φορείο με τη σωρό του πατέρα μου βγαίνει από το δωμάτιο και περνάει από μπροστά μου. Δεν έχω προλάβει… «Καλύτερα» μου λέει ο αδερφός μου που ήταν εκεί. Τη νυχτερινή σιωπή του νοσοκομείου σπανέ τα σιγανά αναφιλητά της μητέρας μου.

Έχουν έρθει όλα πάνω κάτω μέσα σε ένα χρόνο.

Τον Ιούλιο καθόμασταν στη βεράντα και κάναμε σχέδια για το μέλλον. Τον Οκτώβρη, σχεδόν τυχαία, ο πατέρας μου διεγνώσθη με μια σιωπηλή φονική ασθένεια. Ο γιατροί πάντα γράφουν «Ca» τις διαγνώσεις τους. Ποτέ δε γράφουν «καρκίνος». Ποτέ δε γράφουν «γαμημένη ασθένεια που θα σε τσακίσει, θα σε κάνει σκιά του εαυτού σου και στο τέλος θα σε καταβάλει». Δε ξέρω αν είναι από βαρεμάρα ή από «τακτ» αυτό το “Ca”.

* * *

Είμαι στη κηδεία του πατέρα μου. Έχει έρθει πάρα πολύ κόσμος. Αν μη τι άλλο ήξερε πολύ κόσμο ο άτιμος. Σκέφτομαι λίγο πικρόχολα ποσό λιγότερος κόσμος θα έρθει στη δική μου κηδεία. Σιγουρά σε αυτό δεν του έμοιασα. Υπερβολικά κοινωνικός και εξωστρεφής αυτός. Τελείως αντικοινωνικός και εσωστρεφής εγώ.

Ακούω φίλους και συνάδελφους του πατέρα μου να διαβάζουν επικήδειους. Όπως φαίνεται ο πατέρας μου ήταν αρκετά σημαντικός για κάποιους ανθρώπους ώστε να γράψουν επικήδειους για αυτόν  Μιλάνε για έναν άνθρωπο που σε μεγάλο βαθμό δεν αναγνωρίζω. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν η άλλη ζωή του πατέρα μου, αυτή πέρα από την οικογένεια. Ήταν οι άνθρωποι που ενσαρκώνουν αυτό που «γούσταρε» να κάνει. Όλοι αυτοί είναι η αντίστοιχη «παρέα της αναρρίχησης» του πατέρα μου. Τον ήξεραν με τρόπους που εμείς οι κοντινοί του άνθρωποι, η οικογένεια του, δεν τον ξέραμε. Αναρωτιέμαι για ποιον άνθρωπο έχουν γραφτεί αυτοί οι επικήδειοι. Αναρωτιέμαι πόσο ήξερα τελικά τον πατέρα μου; Και πόσο τον ήξεραν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βρίσκονται εδώ.

Είναι εδώ άνθρωποι που είχαν χρόνια να του μιλήσουν. Άνθρωποι με τους οποίους είχε τσακωθεί και δεν ήθελε να τους δει μπροστά του. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ο πατέρας μου. Όσο ευκολά έκανε παρέες και γνωστούς τόσο εύκολα τις έκαιγε όταν του τη σβούριζε. Ήταν αυστηρός με τους ανθρώπους. Κι όμως, σήμερα σε αυτή τη κοσμοσυρροή αυτή η αυστηρότητα δεν αντικατοπτρίζεται καθόλου στο συγκεντρωμένο πλήθος.

Ο μεγαλύτερος τσακωμός του πατέρα μου, το μεγαλύτερο αγκάθι στα τελευταία χρόνια της ζωή του ήταν η διένεξη με το μεγάλο του αδερφό. Σκληρός άνθρωπος κι εκείνος ο  θεός μου ο Σιδερής. No-bullshit περσόνα. Επαναστάτης χωρίς αιτία από μικρός, άνθρωπος χαλυβδωμένος από μια ζωή που δε επέτρεπε την ευαισθησία, μια ζωή που ξεκίνησε με το πρώιμο χαμό της βιολογικής του μητέρας. Δύσκολος άνθρωπος και ο πατέρας  μου, αυστηρός με τους ανθρώπους και μόνιμα με τη αίσθηση ότι είναι αδικημένος και καταφρονημένος. Και στη μέση η larger than life μητέρα τους, η γιαγιά μου. Αυτόφωτο άστρο υψηλής πυκνότητας στη μέση του σύμπαντος μιας ιδιαίτερης οικογένειας. Η επιρροή της καθόριζε τις τροχιές όλων όσον τη περιτριγύριζαν. Βιολογικό παιδί της ο πατέρας μου, θετό παιδί της ο Σιδερής. Μια fucked up δυναμική που χτίστηκε πέτρα πέτρα μια ολόκληρη ζωή σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον ψίθυρων και σκιών, στα πέτρινα σοκάκια ενός Χιώτικου  χωρίου, και κορυφώθηκε με την ασθένεια και το θάνατο της γιαγιάς μου.

Ο θείος Σιδέρης δεν είναι στη κηδεία. Είναι πολύ μεγάλος και η υγειά του είναι επιβαρυμένη για να κάνει το ταξίδι από τη Χίο. Όμως έχει καλέσει αμέσως μόλις έχει μάθει τα νέα. Έχουν χρόνια να μιλήσουν με τον πατέρα μου. Κι όμως στο τηλέφωνο μου μιλάει και κλαίει.

Θέλω να τον ρωτήσω εκείνη τη στιγμή «Πως τα κάνατε έτσι σκατά οι δυο σας ρε θείε;» Έπρεπε να πεθάνει ο ένας από τους δυο σας για να καταλάβει ο άλλος;  Για να ακούσετε το αυτονόητο πάνω από τις παρεμβολές και τις εξωτερικές φωνές;»

Δε του λέω τίποτα.

Ψάχνω με το βλέμμα μου τον άλλο του ετεροθαλή αδερφό του πατέρα μου, το Στέλιο. Αυτός είναι παρών στην κηδεία. Μοιάζει καταβεβλημένος. Ο Στέλιος είχε καλή σχέση με τον πατέρα μου μέχρι το τέλος. Ηλικιακά ήταν αναμεσά στον πατερά μου και το Σιδερη. Υποψιάζομαι και στη σχέση των τριών αδερφών είχε μια αντίστοιχη μέση θέση, όντας αυτός που πάντα προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες.  Μια ζωή στα βαπόρια τον έχει κάνει ψυχρό ρεαλιστή αλλά δε θέλει και πολύ κουβέντα μαζί του για να καταλάβεις είναι ο πιο ευαίσθητος από τους τρεις αδερφούς. Εκτός από τη μητέρα μου είναι ο μόνος άνθρωπος στο βλέμμα του οποίου είδα αληθινή θλίψη όταν αντίκρυζε τον πατέρα μου στο τέλος.

Σκέφτομαι το Σιδερή και το Στέλιο και συλλογίζομαι και όλους τους δικούς μου «αδερφούς» με τους οποίους τα έχουμε κάνει σκατά…

* * *

Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να συνειδητοποιήσω τη πραγματικότητα της μη ύπαρξης του πατέρα μου. Είναι μια καθολική και απόλυτη κατάσταση που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την προηγουμένη εξίσου καθολική και απόλυτη κατάσταση αυτή δηλαδή του ότι «ο πατέρας μου υπήρχε πάντα».

Τη θλίψη που έφερε η απώλεια μπόρεσα να τη διαχειριστώ καλύτερα από αυτή την τρομερή καθολική αλήθεια. Είχα εννιά μήνες να προετοιμάσω τον εαυτό μου από τη μέρα της διάγνωσης του μέχρι την ημέρα που έφυγε. Ο καρκίνος του είχε ούτως ή άλλως ελάχιστα περιθώρια ίασής. Στο στάδιο που διεγνώσθη ουσιαστικά δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ελπίδα. Τις εβδομάδες που ακολουθήσαν τη πρώτη διάγνωση πένθησα πρόωρα για την απώλεια του. Ήταν ένα βουβό, πνιγηρό πένθος αφού δεν μπορούσα να το μοιραστώ μαζί του. Ο ίδιος επέλεξε να μη ρωτήσει ποτέ για την κατάσταση του. Εγώ επέλεξα να μην του πω ποτέ τι πρόκειται να συμβεί αν δεν ρωτήσει ο ίδιος.

Ήταν ένα τρομερό δίλημμά να γνωρίζω και να μην μπορώ να μιλήσω. Όμως αποφάσισα να σεβαστώ την σιωπηλή επιθυμία του. Ο καθένας διαχειρίζεται την αλήθεια διαφορετικά. Ποτέ δε θα μάθω τι γινόταν εκείνες τις ημέρες μέσα στο μυαλό του. Ποτέ δεν θα μάθω αν γνώριζε και επίλεξε να μη μιλάει, αν είχε επιλέξει την εσκεμμένη αγνοία ή αν είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον εαυτό του. Τι θα έκανε ο πατέρας μου αν του είχα μιλήσει; Αν του είχα εξηγήσει ότι δεν πρόκειται να γίνει ποτέ καλά, ότι το μόνο που ήταν διαπραγματεύσιμο ήταν το διάστημα που θα ζήσει είτε αυτό είναι ένας μήνας έξι  μήνες ή δυο χρονιά. Άραγε θα τον είχε φέρει αυτή η γνώση κατά μέτωπο με  το τρόμο του θανάτου βυθίζοντας τον σε βαριά κατάθλιψη; Ή θα τον είχε κινητοποιήσει να βγει και να ζήσει στο έπακρο το διάστημα που του απέμενε; Είναι δυνατόν για κάποιον που έρχεται αντιμέτωπος με τη βεβαιότητα του επικείμενου θανάτου του να βρει θάρρος και νόημα ώστε να ζήσει τις τελευταίες του στιγμές με θάρρος, ουσία και αποφασιστικότητα; Ή είναι προτιμότερο να επιλέξει να πορευθεί σε μια τεχνητή αγνοία;

Τι θα έκανε ο καθένας μπροστά σε αυτό το τρομερό δίλλημα;

Λοιπόν, έχω άσχημα νέα…

Αυτό το τρομερή δίλλημα είναι η πραγματικότητα με την οποία όλοι μας είμαστε αντιμέτωποι. Είναι η πραγματικότητα που όλοι μας επιλέγουμε να κρύψουμε εντέχνως κάτω από το χαλί. Γιατί στην πραγματικότητα όλοι έχουμε διαγνωστεί από τη ημέρα της γέννησης μας με το ίδιο τρομερό καρκίνο που ονομάζεται πεπερασμένη ζωή. Όλοι γεννιόμαστε με πεπερασμένο αριθμό καρδιακών παλμών. Το μόνο που ξέρουμε με βεβαιότητα, το μόνο που μας έχουν εγγυηθεί εξ αρχής, είναι το τέλος. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν αυτό θα μας βρει σε μια ώρα σε ένα χρόνο ή σε μισό αιώνα. Ακριβώς όπως ο πατέρας μου.  Και όμως όλοι επιλέγουμε τη δεύτερη στάση, αυτή που κράτησε και ο ίδιος. Τη στάση του «δε θέλω να ξέρω ότι θα πεθάνω».

Υπάρχει άραγε επίπεδο αντίληψης που να ισοδυναμεί με πλήρη συνειδητοποίηση της αυτής αναπόδραστης βεβαιότητας του θανάτου; Και αν υπάρχει, μπορεί κάνεις να συνεχίσει κάποιος να ζει αφότου βιώσει πλήρως μια τέτοια συνειδητοποίηση;

* * *

Αυτό το ερώτημα, αυτός ο υπαρξιακός μηδενισμός κατοίκισε μέσα στο μυαλό μου λίγο μετά την ενηλικίωση και από τότε συνεχώς αγωνίζομαι να καταστείλω το τρομερό μήνυμά του. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο δαίμονας έχει αναθαρρήσει με την απώλεια του πατέρα μου. Συλογιζόμενος τη ζωής του, η ματαιότητα της μοιάζει απόλυτη και αβάσταχτη. Όταν κάποιος είναι  ζωντανός η ματαιότητα της ύπαρξης είναι κάτι θεωρητικό, μια αφηρημένη ιδέα που κρύβεται στις εσοχές του μυαλού. Όταν κάποιος πεθαίνει αυτή η ματαιότητα αναδύεται ως μια αναπόδραστη αλήθεια.

Ο δαίμονας μοιάζει λίγο με το μοναδικό φίλο μου αυτές τις ημέρες. Εκείνη η μοναδική φωνή που τολμάει να μου μιλήσει με ειλικρίνεια και να μου θυμίζει ότι τίποτα δεν έχει νόημα και ότι όλη η ανάγκη για ανεύρεση νοήματος είναι μια αφελής απόπειρα να αυξήσουμε το θόρυβο που θα μας αποσπάσει την προσοχή από το πραγματικό μήνυμα.

Είμαστε μικρά παιδία που τσιρίζουμε με τα χέρια στα αυτιά, προσπαθώντας να πνίξουμε το τρομερό μήνυμα της εντροπίας.

Δεν υπάρχει τίποτα.

Κάπως έτσι το είχαν βάλει σε στίχους οι Smiths

[…]
A dreaded sunny day
So I meet you at the cemetery gates
Keats and Yeats are on your side
While Wilde is on mine

So we go inside and we gravely read the stones
All those people all those lives
Where are they now?
With the loves and hates
And passions just like mine
They were born
And then they lived and then they died
Seems so unfair
And I want to cry

Αυτό είναι το σιωπηλό τραγούδι της εντροπίας. Το τραγούδι που ο νους μας δεν μπορεί να ακούσει πάρα σαν ένα στρεβλό απόηχο.

They were born
And then they lived and then they died

Έχουμε εξελιχθεί να αντιμαχόμαστε το θάνατο. Είμαστε βιολογικές μηχανές αποφυγής του θανάτου. Πως θα μπορούσαμε να τον κατανοήσουμε και να βιώσουμε την αναπόδραστη φύση του όταν είμαστε φτιαγμένοι να τον αποφεύγουμε με κάθε τρόπο;

Είναι σα να ζούμε διατηρώντας μια ψευδαίσθηση ότι «εμείς με κάποιο τρόπο θα τη γλιτώσουμε;»

Αυτή είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη .

* * *

Νομίζω ότι ήμουν γύρω στα 22 όταν πρωτοείδα την Εβδόμη Σφραγίδα του Ingmar Bergman. Χαράχτηκε στη μνήμη μου για πάντα. Δε μπόρεσα ποτέ να βρω καλύτερη έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας, καλύτερη προσωποποίηση του δαίμονα που κατοικεί στο μυαλό μου από τη σκηνή της εξομολόγηση του Antonius Block στο Θάνατο.

Υπήρξα και εγώ ένας από εκείνους που ήθελαν να πιστέψουν αλλά δεν μπορούσαν.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s